Ετικέτες

αναδημοσίευση από Rproject

της Κατερίνας Σεργίδου

Η ιστορία του Γιάννη και του Φετχί

Σπάνια στην ιστορία  οι στρατιώτες αντίπαλων στρατοπέδων έχουν την ευκαιρία να γνωριστούν και να πιουν ένα καφέ ή να παίξουν τάβλι όπως κάνουν ο Γιάννης και ο Φετχί. Η ιστορία του ελληνοκύπριου Γιάννη Μαραθεύτη και του τουρκοκύπριου  Φετχί Ακιντζί είναι από κείνες τις σπάνιες ιστορίες που σε πείσμα του κυρίαρχου εθνικιστικού λόγου,   διηγούνται πως  οι δήθεν εχθροί αρνούνται να μείνουν εχθροί. Γνωρίσαμε τον Γιάννη και τον Φετχί στην Αθήνα στις 10 Δεκέμβρη με αφορμή την παρουσίαση του ντοκυμαντερ «Μνήμες» στο Σπίτι της Κύπρου , βασισμένου στο βιβλίο ενός ακόμα σπάνιου ανθρώπου του Πανίκου Νεοκλέους. Ο Πανίκος Νεοκλέους  πρώτα στο βιβλίο «Αγνοηθέντες 1974» και μετά «Μνήμες» κατέγραψε τις προσωπικές ιστορίες πρωταγωνιστών των γεγονότων του 74 στην Κύπρο. Ελληνοκύπροι και Τουρκοκύπριοι μίλησαν για τους ανθρώπους που έχασαν, κατέθεσαν  την εμπειρία τους από τις φρικτές μνήμες  του πολέμου και κυρίως μίλησαν με αγάπη για τους «αντιπάλους». Το βιβλίο του Πανίκου Νεοκλέους που αργότερα έγινε ντοκυμαντερ  ήταν η ευκαιρία να μάθει πολύς κόσμος στην Κύπρο και στην Τουρκία την ιστορία των δύο φίλων. Ο Φετχί και ο Γιάννης κατά τη διάρκεια του πολέμου στην Κύπρο το 1974, βρέθηκαν αντιμέτωποι στο πεδίο της μάχης. Κατά την αποτυχημένη επίθεση της Εθνικής Φρουράς στο χωριό Λεύκα, ο Φετχί, λοχαγός τότε είχε πυροβολήσει στο κεφάλι τον Γιάννη, τον οποίο θεωρούσε νεκρό για 35 χρόνια. Ο Γιάννης παρ ολο τον τραυματισμό του δεν πέθανε. Έζησε και διηγήθηκε την ιστορία του στον Πανίκο Νεοκλέους. Το 2009, 35 χρόνια μετά ο Φετχί τηλεφώνησε τα μεσάνυχτα στο συγγραφέα λέγοντας: «Εγώ πυροβόλησα τον Γιάννη Μαραθεύτη». Αυτή ήταν η αρχή μιας μεγάλης φιλίας, με τους πρωταγωνιστές να πρωτοσυναντιούνται αμήχανα στην οδό Λήδρας που χωρίζει τη Λευκωσία στα δύο. Από τότε ο Πανίκος, ο Γιάννης και ο Φετχί αγωνίζονται για την ειρήνη και με δικά τους έξοδα ταξιδεύουν και προβάλλουν το ντοκυμαντέρ τους σε σχολεία, δήμους και κοινότητες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συναντηθήκαμε μαζί τους στο χώρο του Πολυτεχνείου όπου οι τρεις  φίλοι άφησαν λίγα λουλούδια στο μνημείο και μιλήσαμε μαζί τους σε ένα καφενεδάκι αφού πρώτα ο Πανίκος Νεοκλέους παρήγγειλε έναν τούρκικο με ολίγη . Τρεις  απλοί άνθρωποι σαν να ήταν παππούδες που λένε μια παλιά ιστορία  διηγήθηκαν με κάθε λεπτομέρεια την ζωή τους , μίλησαν για τα εγκλήματα της χούντας,  για το πραξικόπημα, την ελληνοτουρκική φιλία, τις δυσκολίες που συνάντησαν από τη μια και από την άλλη πλευρά διαδίδωντας το μήνυμα της ειρήνης, μας είπαν  για τα εγγόνια τους που παίζουν μαζί χωρίς να ξέρουν το ένα την γλώσσα του άλλου. Η απλότητα με την οποία μας μίλησαν έδειξε πως η ιστορία γράφεται και κυρίως διορθώνεται από απλούς και καθημερινούς ανθρώπους και όχι σουπερ ήρωες. Με τον ίδιο ενθουσιασμό τους υποδέχτηκαν  το ίδιο βράδυ όσοι παρακολούθησαν το ντοκυμαντερ «Μνήμες» στο Σπίτι της Κύπρου. Παρακάτω ακολουθεί απόσπασμα των όσων μας διηγήθηκαν οι τρεις πρωταγωνιστές:

Πανίκος Νεοκλέους:«Η ιδέα για το βιβλίο ξεκίνησε από το γεγονός ότι εγώ ο ίδιος προσωπικά έζησα τα γεγονότα του πολέμουκαι είδα  με τα ίδια μου τα μάτια την προδοσία από τους Ελλαδίτες αξιωματικούς της χούντας και γι αυτό πάντα ήθελα να καταγράψω τα όσα έζησα. Δεν ήθελα όμως να καταγράψω μόνο όσα έζησα εγώ αλλά για να μην μπορεί να  αμφισβητηθεί τίποτα, πήρα 135 συνεντεύξεις. Από αυτές έκανα μια επιλογή 50 ιστοριών. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να πούμε ότι το έργο που ξεκίνησα δεν βοηθήθηκε ούτε ηθικά ούτε οικονομικά  από το υπουργείο παιδείας της κυβέρνησης Χριστόφια, παρα μόνο πολύ αργότερα. Εντωμεταξύ μόλις μεταφράστηκε το βιβλίο στα τούρκικα δέχτηκα επίθεση από την Χουριέτ και από άλλες εφημερίδες. Η ελληνοκυπριακή κυβέρνηση δεν με υποστήριξε ούτε σε αυτό το σημείο. Εκ των υστέρων και μετά από τις εκδηλώσεις στην Κωνσταντινούπολη και σε πόλεις των τουρκοκυπρίων, φάνηκε πως το βιβλιο και το μήνυμα μας γινόταν πιο εύκολα αποδεχτό από τους τουρκοκύπριους παρά από τους ελληνοκύπριους. Ο λόγος που δεν μας στήριξε η κυπριακή κυβέρνηση και δέχτηκα όλον αυτόν τον ανελέητο πόλεμο ήταν καταρχήν γιατί δεν θέλουν ο κόσμος να ξέρει τα πραγματικά γεγονότα και ο δεύτερος έιναι γιατί ούτως ή άλλως είχα διαφωνήσει πολιτικά με το ΑΚΕΛ, μέλος του οποίου ήμουν για χρόνια,  για συγκεκριμένες επιλογές επομένως το έργο μου θεωρήθηκε αντιπαραθετικό. Όσον αφορά την κατάσταση τώρα στην Κύπρο, οι λαοί θα πρέπει να καταλάβουν ότι δε μας χωρίζουν ούτε φυλές ούτε θρησκείες. Είμαστε όλοι άνθρωποι και δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα. Γι αυτό πηγαίνουμε στα σχολεία. Και το κλίμα εκεί είναι εξαιρετικό. Τα παιδιά μας ρωτάνε τα πάντα και μας υποδέχονται με χαρά.  Ζητήσαμε από το υπουργείο παιδείας να κυκλοφορήσει το ντοκυμαντέρ σε όλα τα σχολεία. Θα ήταν το καλύτερο μάθημα ιστορίας.  Όμως τα πράγματα είναι δύσκολα. Ακόμα και αυτοί που μιλούν για Τσε Γκεβάρα και κομμουνισμό έχουν συνεργαστεί  με ανθρώπους που δεν θέλουν λύση, ενώ πολεμούν εμάς. Στην μεγάλη κοινή  πρωτομαγιάτου 2009 στην οποία ήμουν εκεί,  το ΑΚΕΛ και τα συνδικάτα απείχαν και καλούσαν τον κόσμο να μη συμμετέχει. Πως θα υπάρξει λύση; Τελευταία ήρθε ο πρόεδρος της Ελληνικής βουλής στην Κύπρο και είπε ότι απαιτεί από την Τουρκία να δώσει στοιχεία για τους αγνοούμενους. Έγινα έξω φρενών . Δεν θα έπρεπε όμως και η Ελλάδα να έχει δώσει στοιχεία γι αυτούς που με πρόδωσαν; Γι αυτούς που με έστειλαν χωρίς όπλο μέσα στην Κερύνεια; Πρώτα καθαρίζεις το δικό σου σπίτι και μετά απαιτείς από τον άλλο να έχει καθαρό σπίτι. Εγώ θα προσπαθήσω να μαζέψω υπογραφές από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους  προς την Ελληνική Βουλή για να ξανανοίξει ο φάκελος της Κύπρου.

Γιάννης Μαραθεύτης:«Το 1974ο Φετχί μετά την επίθεση, τη δική μας υποχώρηση που άφησε πολλούς νεκρούς, βρήκε το δικό μου κράνος τρυπημένο, ματωμένο και σκέφτηκε πως είμαι σκοτωμένος. 35 χρόνια μετά μου τηλεφώνησε ο Πανίκος για να μου πει ότι βρέθηκε ο άνθρωπος που με πυροβόλησε. Αμφισβητούσα όμως ότι ο Φετχί ήταν αυτός που με είχε πυροβολήσει. Άρχισα να κάνω ερωτήσεις για εκείνη τη μέρα.  Τι ώρα ήταν; Τι μάρκα ήταν ο ασύρματος; Πόσες τρύπες είχε το κράνος; Απάντησε σε όλα σωστά. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι ήταν ο Φετχί αυτός που με είχε πυροβολήσει. Όταν πήγαμε στον τόπο του εγκλήματος με τον Φετχί, οι μνήμες ξαναζωντάνεψαν . Φυσικά δεν πήγαμε εκεί γιανα αρχίσουμε να πυροβολούμε ο ένας τον άλλο . Εγώ είχα ένα τουφέκι του Β παγκοσμίου πολέμου και ο Φετχί ένα πολυβόλο. Πήγαμε εκεί για να πολεμήσουμε και οι δύο μαζί για την ειρήνη. Γιατί ο πόλεμος δεν λύνει προβλήματα. Η μάνα που χάνει το παιδί της είτε Τουρκάλα είτε Ελληνίδα είναι πονάει το ίδιο.  Την καλύτερη λύση να μας προσφέρουν, αν δεν υπάρχει συνεννόηση του Φετχί με του Γιάννη, της γυναίκας μου με τη γυναίκα του, του Χότζα με τον Παπά,  θα πάθουμε αυτά που έγιναν το 1960  που δεν είχε εμπιστοσύνη ο ένας του άλλου. Πρέπει να κάτσουμε κάτω να τα βρούμε. Σε όλη την κύπρο όλοι μαζί είμαστε λιγότερο από ένα εκατομμύριο κόσμος. Όσο μια μεγαλούπολη. Αν εξαρτάτο από τον Φετχι και από μένα δεν θα είχαμε κυπριακό πρόβλημα τώρα. Ο ένας Αλλάχ, ο άλλος Χριστός. Ένας είναι ο Θεός.  Θα ζήσουμε όλοι. Ήδη έχουμε καθυστερήσει να λύσουμε το κυπριακό. Από το 1960 ακόμα μπορούσε να υπάρχει λύση. Φοβάμαι ότι όσο παιρνούν τα χρόνια η λύση ξεμακραίνει.»

Φετχί Ακιτζί: Όλα τα όπλα που βρίσκονταν κάτω στο χώμα και τα δικά μας και των Ελλήνων ήταν madeinEnglandκαι madeinUSA. Γι αυτούς πολεμούσαμε. Όμως εμείς ζούμε μαζί ειρηνικά. Πρέπει να δείτε πόσο κοντά βρίσκονται οι οικογένειες μας. Πως παίζουν μαζί τα εγγόνια μας, ίσως νομίσετε πως παίζουμε θέατρο, όμως εμείς πραγματικά αγαπάμε ο ένας τον άλλο.  Η κόρη μου λέει τον Γιάννη , θείο. Ένα από τα πιο συγκινητικά πράγματα ήταν όταν βρήκα ξανά τον λοχαγό μου μετά από χρόνια,και με αγκάλιασε και με συγχάρηκε που παλεύω για την ειρήνη. Όσον αφορά τη λύση τώρα, πιστεύω πως αν ξεκινήσουμε τώρα διώχνωντας τον αγγλικό στρατό και τις βάσεις θα φύγει και ο τούρκικος στρατός. Ναι μπορεί να υπάρξει λύση.

Advertisements