Βράδυ Κυριακής 30 Νοέμβρη, δηλαδή σήμερα. Γύρναγα από την συγκέντρωση στο Σύνταγμα για τους Σύριους. Βγήκα από το μετρό, στάση Αμπελοκήπων και στάθηκα στη στάση των λεωφορείων που κατεβαίνουν την Αλεξάνδρας, περιμένοντας να πάω στου Γκύζη. Χαιρέτησα έναν δύο γνωστούς και φλυάρησα λίγο με έναν σύντροφο της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ για τις «εσωτερικές μας διαμάχες». Έκανε κρύο , και βιαζόμασταν να τελειώσει η «τυπική» κουβέντα να πάμε ο καθένας και η καθεμιά σπίτι του –της. Δεν είναι και πολύ ευγενικό άλλωστε να συναντάς ένα σύντροφο τυχαία και να μην αφιερώσεις 5 λεπτά για να ανταλλάξεις μια γνώμη γύρω από την παγκόσμια πολιτική κατάσταση. Όπως όταν συναντάς έναν Έλληνα στην Ολλανδία (ή μια κύπρια). Ακόμα και αν δεν έχεις καμία εθνική κάψα νιώθεις υποχρέωση σου να πεις μια κουβέντα.
Την ώρα που μιλάγαμε τους είδαμε. Ήταν μια ομάδα Διας, έξι-εφτά μηχανές με δύο μπάτσους στην κάθε μια. Σταμάτησαν και μας κοίταγαν όλους και όλες κανένα δίλεπτο, αλλά εμένα μου φάνηκε σαν να πέρασε μια ώρα . Δεν κοίταγαν εμάς, κοίταγαν πέρα από μας, τους μετανάστες που στέκονταν πίσω μας. Σαν άλλοι χρυσαυγίτες, είχαν το βλέμμα του άγριου ζώου που ετοιμάζεται να επιτεθεί στο θήραμά του. Είχαν βλέμμα γυάλινο και ταυτόχρονα γεμάτο μίσος, όπως όλοι τους. Πάρκαραν στην άκρη της Αλεξάνδρας, κατέβηκαν και άρχισαν να δέιχνουν με το δάχτυλο τους μετανάστες, τους έδειχναν όπως ο δήμιος και μετά πήγαιναν κατά πάνω τους και τους ζητούσαν να δείξουν τα χαρτιά τους.
Αν κάποιος ζωγράφιζε την σκηνή θα χρησιμοποιούσε γκρι και καφέ χρώμα. Ήταν άσχημη εικόνα. Και με γέμισε με οργή. Οι μπάτσοι ασκούσαν βία, και γύρω οι άνθρωποι κοίταζαν σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Κοίταζαν και δεν κοίταζαν. Παλιότερα μπορεί να «έκανα τσαμπουκά», αλλά ήξερα τώρα πως δε θα είχε κανένα νόημα. Αν δεν είμαστε πολλοί και πολλές εκείνη την ώρα, δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά.
Και τότε μέσα στο γκρι και μέσα στη φρίκη, την είδα. Μια υπέροχη χρωματιστή αφρικανή κυριούλα. Στεκόταν στη μέση του θορύβου, κοίταγε μπροστά, περήφανα όπως όλες οι αφρικανές και όπως θέλω να νομίζω ή απλά φοβισμένα. Ή και τα δύο. Ακούνητη. Κοίταγε μπροστά, και ήταν σαν μια ζωγραφιά. Εγώ πάντως άκουγα τους χτύπους της καρδιάς της μέχρι εκεί που στεκόμουν.
Την πλησίασα και άρχισα να της μιλάω στα αγγλικά. «Μη φοβάσαι, της λέω (στο περίπου). Θα μείνω εδώ μέχρι να φύγουν και θα μιλάμε, πες πως είμαι φίλη σου. Λογικά άμα μιλάμε δεν θα ενοχλήσουν.» Μου είπε ευχαριστώ, μόνο μια φορά όχι πεντακόσιες.
Και τι δεν είπαμε. Μου είπε ότι ήρθε πριν από δύο χρόνια στην Ελλάδα, ότι τα παιδιά της είναι μακρυά και ότι της λείπουν. Όταν της είπα ότι είμαι στο ΣΥΡΙΖΑ μου είπε πως μένει στην Κυψέλη και ότι της είχε κάνει εντύπωση που είχε δει μια φορά τον Τσίπρα να πετάει σκουπίδια σε έναν κάδο. Ήταν ενημερωμένη για τις συγκρούσεις στο Φέργκιουσον και για τον 0μπάμα «που θέλει αλλά δεν μπορεί». Δεν ήθελα να της το χαλάσω για τον Ομπάμα. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάνω «ισιωτική πολιτική».
Μίλαγε και κουνούσε τα χέρια δυνατά και υπέροχα. Είχε τόσα να πει. Μίλαγε λες και είχε να μιλήσει χρόνια.
Την ρώτησα αν είναι αλήθεια πως οι αφρικανές γυναίκες κάνουν κουμάντο στο σπίτι και μου είπε πως ναι. Γελάγαμε δυνατά για να ξορκίσουμε το κακό, την ώρα που οι μπάτσοι συνέχιζαν να συμπεριφέρονται σαν ζώα. Δεν νιώσαμε την ανάγκη να πάμε παρα πέρα ή να γίνουμε αόρατες, να κρυφτούμε. Εκεί στη μέση του χαμού, ένιωθα και είμαι σίγουρη πως το ένιωθε και η Τζίνη ότι γελώντας και μιλώντας σαν παλιές φιλενάδες κάνουμε κάτι σπουδαίο. Δύο φορές πέρασε το λεωφορείο μου και η Τζίνη μου έλεγε να φύγω, αλλά της είπα πως θα φύγουμε μαζί. Ήθελα ξέροντας ότι δεν είναι κάτι το φοβερό, να της πω και ενδεχομένως να πω και σε μένα, να μη φοβόμαστε και ότι «είμαι εδώ» για λίγο.
Στο τέλος μπήκαμε στο γνωστό τρόλει (βλέπε παλιότερη ανάρτηση) και λίγο πριν κατέβω στη στάση μου, μου φτιαξε τον γιακά του παλτού μου σαν μανούλα και είπαμε bye bye sister.
Ζεστάθηκε η ψυχούλα μας, «το ψωμάκι μας» και χωρίσαμε χαρούμενες.
Να μιλάμε σε αγνώστους και άγνωστες, κυρίως άμα είναι υπέροχες Αφρικανές. Και να γελάμε δυνατά, διώχνουμε το κακό , ξεφοβόμαστε και εκνευρίζουμε τους μπάτσους.african-woman-ancient-of-days-by-kefa-ab-menaughk-maat

Advertisements