Αναδημοσίευση από Rpoject

της Κατερίνας Σεργίδου

«Μήπως το φάντασμα δεν επιστρέφει από την πιο βαθιά λήθη που κατανικά στιγμιαία, μήπως το φάντασμα δεν είναι άλλο από μια φευγαλέα εκδίκηση ενάντια σε αυτό που πιστεύαμε ότι είχε εξαφανιστεί για πάντα;» George Banu

Λίγες μέρες πριν «σοκαριστήκαμε»  με  το γιγάντιο γκράφιτι που εν μια νυκτί κατέλαβε τους τοίχους του ιστορικού κτιρίου του Πολυτεχνείου, Πατησίων και Στουρνάρη γωνία. Για άλλους η τέχνη και για άλλους η «μουντζούρα» στάθηκε η αφορμή για να ξαναθυμηθούμε το πολυτεχνείο και την ιστορία του, για να θυμώσουμε,  όχι τελικά για το ίδιο το γκράφιτι αλλά για την ιστορική και συλλογική μνήμη που ξεθωριάζει. Αυτό επιτελέστηκε ανεξάρτητα από την πρόθεση των ίδιων των καλλιτεχνών. Η πράξη έγινε και προκάλεσε αντιδράσεις που οι καλλιτέχνες δεν μπορούσαν πια να ελέγξουν.

Η street art και τα όρια της είναι ένα  σημαντικό ζήτημα. Αυτές τις μέρες αναρωτήθηκαν πολλοί  ποιος θα μπορούσε να σταματήσει τους καλλιτέχνες από το να ζωγραφίσουν ακόμα και τον ίδιο τον παρθενώνα.  Ας μη μπούμε στον πειρασμό να τους θυμήσουμε ότι κάποτε όλα τα λευκά αρχαία μνημεία και αγάλματα ήταν χρωματιστά και ζωγραφισμένα και ότι το λευκό τους χρώμα είναι απλά το σημάδι του χρόνου που τα άλλαξε.

Ας μείνουμε στο πολυτεχνείο και στην μοναδική του αξία. Γιατί το πολυτεχνείο αντίθετα με τον παρθενώνα, είναι ένα «μνημείο», ένα σύμβολο της αριστεράς. Ένα κτίριο μέσα στην πόλη, που δεν είναι τουριστική ατραξιόν και που δεν περιλαμβάνεται στη λίστα με τα εφτά θαύματα του κόσμου. «Το πολυτεχνείο ζει» φωνάζουν οι άνθρωποι κάθε χρόνο διαδηλώνοντας στην επέτειο της εξέγερσης.

Πολλοί από αυτούς που σοκάρονται τώρα, είναι οι πρώην κυβερνώντες και οι υποστηριχτές τους που φωνάζουν με πάθος εδώ και χρόνια ότι τέλειωσε η μεταπολίτευση, που ζητούν την κατάργηση του ασύλου, που απαξίωσαν το πολυτεχνείο και όλα τα πανεπιστήμια της χώρας, που άφησαν το κτίριο να ρημάξει, που υποβάθμισαν την περιοχή γύρω από αυτό και άφησαν  ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας, να βυθιστεί στην φτώχεια και την παρακμή, που επέλεξαν συνειδητά να συνηθίσει η κοινωνία την αργή παρακμή, την ασχήμια που συμβαίνει αργά, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο, δεκαετία τη δεκαετία.

Αντίθετα η  ασπρόμαυρη ζωγραφιά πάνω στο κτίριο του πολυτεχνείου ουρλιάζει «εδώ πολυτεχνείο, εδώ πολυτεχνείο». Συνήθως τα ουρλιαχτά δεν είναι όμορφα, είναι τρομαχτικά γιατί αυτός είναι ο ρόλος τους. Να ζητούν βοήθεια. Αυτό κατάφερε το εν λόγω γκράφιτι. Να μας θυμίσει να θυμόμαστε το πολυτεχνείο. Η βίαιη παρέμβαση στους τοίχους του, προσπάθησε να ανακόψει τη φθορά που έχουμε συνηθίσει και που δεν είναι λιγότερο βίαιη. Προσπάθησε να ανασύρει το κτίριο όχι ως ύλη αλλά ως σύμβολο από τη λήθη. Οι καλλιτέχνες, οι δράστες, οι άνθρωποι που το ζωγράφισαν επέλεξαν μια οποιαδήποτε ημερομηνία και όχι  τη 17η Νοέμβρη. Την επέτειο την περιμένουμε, την ταξινομούμε. Η συνεχής μνήμη όμως έρχεται απρόσκλητη, επιβάλλει την παρουσία της. Και πόσο ευτυχισμένοι θα πρέπει να είμαστε που η μνήμη αυτή επέστρεψε σε μια ιστορική εποχή, στην εποχή της νέας κυβέρνησης. Θυμίζοντας ίσως και σε αυτήν τις ρήξεις που πρέπει να κάνει, τα όρια που πρέπει να σπάσει, το πολυτεχνείο που έχει να δικαιώσει, το ψωμί-παιδεία-ελευθερίαγια το οποίο πρέπει να παλέψει.

Κοιτώντας το κτίριο δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε τους φοιτητές και τις φοιτήτριες, τους μαθητές, τους νέους εργαζόμενους-ες που το 1973 έγραφαν στους τοίχους του,  «επανάσταση λαέ» και «κάτω η χούντα», σε αυτούς που έγραφαν συνθήματα στα τρόλει που περνούσαν από την πατησίων, σε αυτούς που χρησιμοποιήσαν το κτίριο ως μέσο και ως καταφύγιο για  να ανατρέψουν τη χούντα, σε αυτούς που το άλλαξαν και του  ξαναέδωσαν ζωή.

Σήμερα, χρόνια μετά ξυπνώντας η πόλη και αντικρύζοντας το μουντζουρωμένο, πληγωμένο  κτίριο, καλείται να συνειδητοποιήσει ότι τα σύμβολα χρειάζονται επανανοηματοδότηση για να ξαναποκτήσουν ζωή. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως καμβάς, αποκαλύπτωντας μας  ότι μπορούμε να γράψουμε καινούρια συνθήματα πάνω του, ότι είναι ζωντανό,  ότι το πολυτεχνείο είναι εδώ.

Η ανακοίνωση του υπουργείου παιδείας, πολιτισμού και θρησκευμάτων αναφέρει  στην ανακοίνωση του μεταξύ άλλων  ότι «οι εκφράσεις αυθόρμητης τέχνης της νέας γενιάς -όσο σεβαστές και αν είναι- απαιτούν όρια και μέτρο.» Αυτά τα όρια και το μέτρο, μας καλεί το φάντασμα του πολυτεχνείου να ξεπεράσουμε, για να δώσουμε νόημα σε αυτό το «οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν στα μουσεία».

Έχοντας πει, αυτά, γίνεται πια σαφές, ότι η συζήτηση δεν γίνεται για το αν μας αρέσει το γκράφιτι. Δεν ζωγραφίστηκε για να είναι ωραίο άλλωστε.  Στάθηκε όμως η αφορμή να γίνει ορατό το ίδιο το πολυτεχνείο.  Χρειάστηκε αυτό το γκράφιτι για να να διαβάσει την ιστορία του πολυτεχνείου και κυρίως να ομολογήσει ότι δεν ήξερε πολλά,   ο 17 χρονος Πέτρος , μαθητής της τρίτης λυκείου και ας είχε παραστεί όπως όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες σε δεκάδες επετειακές εκδηλώσεις για το πολυτεχνείο στο σχολείο του.

«Η πάλη του ανθρώπου εναντίον της εξουσίας είναι η πάλη της μνήμης εναντίον της λήθης» γράφει ο Κούντερα. Οι σκαλωσιές επιδιόρθωσης έχουν στηθεί και αυτές τις ώρες σβήνεται το γράφιτι από το κτίριο. Ας αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τι καινούριο θα γράψουμε πάνω του, πριν η λήθη ξανανικήσει την μνήμη.

Advertisements