«Αν το παρελθόν δεν έχει τίποτε να παραδώσει στο παρόν, τότε θα ηταν καλύτερα ν’ αφήσουμε την Ιστορία να κοιμάται στην ντουλάπα, όπου το σύστημα κρύβει τις παλιές του μεταμφιέσεις»
Εδουάρδο Γκαλεάνο

Πριν από τέσσερις μήνες, 10 μέρες και λίγες ώρες γίναμε κυβέρνηση. Και λέω γίναμε, γιατί αν και προφανώς είναι άλλο πράγμα το κόμμα και άλλο η κυβέρνηση, εμείς έτσι το νιώσαμε. Και οι γείτονες μας, ο περιπτεράς μας, η μάνα μας, οι φίλοι μας, όταν βλέπουν «εμάς τους Συριζαίους», θεωρούν ότι εμείς είμαστε η κυβέρνηση και περιμένουν από εμάς, να τους πούμε τα μελλούμενα. Ολόκληρη η κοινωνία κοιμάται και ξυπνάει με ένα μόνιμο ερώτημα. «Θα υπογράψουμε;» Το ίδιο ερώτημα τέσσερις και κάτι μήνες τώρα κρέμεται από πάνω μας. Μάλλον μας αξίζουν καλύτερα ερωτήματα από αυτό. Έτσι δεν είναι;

Ξεκινήσαμε να λέμε από το 2012 ότι ζούμε ιστορικές στιγμές και έφτασε επιτέλους η ώρα, που γράφουμε ιστορία. Και το πιστεύουμε, και συγκινούμαστε όταν το ακούμε. Και συγκινημένοι κουνάμε τις σημαίες μας σε προεκλογικές και μετεκλογικές συγκεντρώσεις.Όμως πόσο διαρκεί αυτή ιστορική στιγμή; Και πότε θα ξανάρθει η επόμενη;

Στην αρχή ήταν τόσο μεγάλη η συγκίνηση που δεν μπορούσαμε καν να διανοηθούμε ότι μπορεί και να μην τα καταφέρουμε. Και αν κάποιος τολμούσε να κάνει κριτική ήταν ο «κακός» που θα χαλούσε το happy end μας. Πρώτη φορά αριστερά λέγαμε, κάντε λίγη υπομονή. Καθώς όμως περνούν οι μέρες και ψαλιδίζουμε τις ελπίδες μας για να χωρέσουν στις βαλίτσες των υπουργών μας που ταξιδεύουν για να τις διαπραγματευτούν, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε το όλον ή ένα μέρος αυτού.

Και σιγά σιγά, οι μονάδες που αποτελούν την «μεγάλη πλειοψηφία» είτε του κόμματος είτε της κοινωνίας αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά. Ότι η ελπίδα που ερχόταν ξέμεινε από βενζίνη στην ανηφόρα. Και μιλάμε, μιλάμε πολύ. Στις διαδικασίες, στις συνελεύσεις, στα γραφεία, στο facebook, στις λίστες. Για τον Πανούση, την Παναρίτη, τον Ταγματάρχη, τις ιδιωτικοποιήσεις, τις κόκκινες γραμμές . Ο καθένας και η καθεμιά πιάνει μια ακρούλα και «τα χώνει». Αλλά πάντα με όριο, και πάντα με μια συγκεκριμένη απόσταση χρονική και ποσοτική ο ένας από την άλλη. Ο κάθε άνθρωπος, η κάθε τάση, το κάθε ρεύμα. Τόσο όσο. Τόσο όσο για να μην ξεφύγουμε από το πλαίσιο, που για τον κάθε ένα είναι διαφορετικό.

Μαθαίνουμε έτσι να παίζουμε με τις λέξεις, να συντάσσουμε κείμενα ως μεγάλοι συγγραφείς, που από ένα «και», από ένα «ρήξη», από ένα «σύγκρουση» να εξαρτάται η πολιτική μας ύπαρξη. Και γράφουμε μεγάλες λέξεις όπως ιστορία και λαός, στις εύκολες εποχές και μετά τις αντικαθιστούμε με λέξεις όπως υπευθυνότητα και ρεαλισμός. Και έτσι μαζί με τους δανειστές φοβόμαστε και τις λέξεις. Και ο θυμός μας έχει πάντα όριο, έχει πάντα ταβάνι. Τόσο όσο για να παραμείνουμε εντός πλαισίου, τόσο όσο για να είμαστε εντάξει με τη συνείδηση μας.

Και η χαρά αναντίστοιχη του αποτέλεσματος. «Παραιτήθηκε η Παναρίτη». Τέσσερις μήνες, 10 μέρες και λίγες ώρες μετά την μεγάλη μας ιστορική νίκη, ένα από τα καλά νέα είναι ότι παραιτήθηκε η Παναρίτη. Μας αξίζει κάτι περισσότερο. Έτσι δεν είναι;

Εντωμεταξύ φοβούμενοι το άγνωστο προτιμάμε την επανάληψη του παλιού. Το παλιό πολιτικό προσωπικό, τις παλιές λέξεις, τις παλιές υποσχέσεις, τα παλιά ρουσφέτια, τους παλιούς διοικητές, τα παλιά σύμβολα, το παλιό σύστημα σχεδόν απείραχτο, πανίσχυρο ακόμα. Και εμείς οι καλοί και οι καλές του παραμυθιού, «τα παιδιά κάτω στον κάμπο που κυνηγάνε τους αστούς» εμείς, που δεν έχουμε διοριστεί, που δε παίρνουμε 18 χιλιάρικα το μήνα, που μετά το τέλος των διαδικασιών, αγωνιούμε ακόμα για την απλήρωτη ΔΕΗ, εμείς που θα ξανατρέξουμε για το κόμμα στη δύσκολη ώρα, εμείς λίγο λιγότερο , εσείς λίγο παραπάνω, αυτοί ακόμα πιο πολύ, οι καλοί, οι τώρα σωστοί, οι ιστορικά σωστοί, οι με αυταπάτες, οι αναποφασίστοι, οι ηρωικοί, εμείς λοιπόν θα πρέπει λίγο να σκεφτούμε.

Να σκεφτούμε και να αναρωτηθούμε, αν μπορούμε να διανοηθούμε τη ρήξη στο μικροεπίπεδο. Σε κάποιο επίπεδο. Και να αμφισβητήσουμε, να ξεπεράσουμε τα μικρά μας όρια, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε και τα μεγάλα.
Και να αναρωτηθούμε επίσης, για ποιο λόγο υπάρχει αυτή η ρημάδα η αριστερά. «Για να αλλάξουμε τον κόσμο», λέγαμε πάντα. Αλλά όχι τώρα, όχι ακόμα, όχι εμείς, όχι έτσι. Αργότερα. Και έτσι το όραμα γίνεται ο μακρυνός παράδεισος, και αποσυνδέεται από την καθημερινή ταχτική.

Όμως όταν θα χει περάσει η ώρα μας, δεν θα έχει σημασία το σκεπτικό με το οποίο υπογράψαμε, δεν θα έχει σημασία γιατί κάναμε πίσω. Στην ιστορία μένουν πάντα οι χοντρές γραμμές, οι λεπτομέρειες μένουν στα σκονισμένα βιβλία που δεν διαβάζει κανείς. Και τότε καμιά λέξη δεν θα μπορεί να φτιάξει όσα χαλάσαμε, καμιά λέξη, κανένα έξυπνο επικοινωνιακό σλόγκαν δε θα μπορεί εξηγήσει σε αυτούς που στο όνομά τους ορκιζόμαστε.

Και αν ηττηθούμε; Ούτως ή άλλως στον πόλεμο αυτή είναι πάντα μια μεγάλη πιθανότητα. Ας ηττηθούμε γιατί τολμήσαμε το καινούριο, το αδιανόητο, αυτό για το οποίο πρωτοριγήσαμε όταν στα 15 ή στα 25 μας αποφασίσαμε να γίνουμε αριστεροί. Ας μην ηττηθούμε από έλλειψη πρωτοτυπίας. Ας μην είμαστε πρώτη φορά αριστερά και δεύτερη φορά Πασοκ. Ας μην κάνουμε τα ίδια παλιά ιστορικά λάθη της αριστεράς. Ας κάνουμε καινούρια. Να τα αφήσουμε προίκα στους επόμενους.

Και όταν θα κάνουμε καινούρια λάθη, ίσως τότε κερδίσουμε. Γιατί τότε θα είναι πρώτη φορά αριστερά. Και ο αντίπαλος θα αιφνιδιαστεί, και θα ψάχνει καινούρια όπλα, και μπορεί και να χάσει. Και αν κερδίσουμε θα έχουμε ανοίξει ένα δρόμο. Και αν κάνουμε καινούρια λάθη, είτε χάσουμε, είτε κερδίσουμε, Θα έχουμε ξανακερδίσει το όνομα μας. Για τους νεκρούς και τους ζωντανούς μας. Θα έχουμε φτιάξει καινούρια ερωτήματα. Θα αρχίσουμε να φτιάχνουμε τον κόσμο μας, με ότι έχουμε, λίγο πεινασμένοι αλλά με ένα τόνο πάθος. Με εκείνο το πάθος που σου δημιουργεί το πρωτόγνωρο, το εξαιρετικό. Ερωτευμένοι με την ιστορία. Και επικίνδυνοι. Έτσι θα κερδίσουμε. Όταν θυμηθούμε ότι έχουμε υπάρξει επικίνδυνοι.

Όντως αυτοί και αυτές που μας ψήφισαν δεν ήταν όλοι αριστεροί. Όλοι όμως μας ψήφισαν με μια κρυφή ελπίδα, ότι θα κάνουμε κάτι άλλο, διαφορετικό από το παλιό, ψήφισαν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Δεν ήταν αριστεροί αλλά ψήφισαν αριστερά. Έκαναν το πρώτο βήμα. Κατά μια έννοια όλοι και όλες , μας ψήφισαν με το κρυφό πάθος του 15 χρονου που πρωτοκατεβαίνει σε διαδήλωση. Και μεις δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να τους αποδείξουμε ότι δεν είμαστε αριστεροί, αλλά να αποδείξουμε ότι έχει νόημα που ήμασταν αριστεροί τόσα χρόνια. Και ότι οι ιδέες μας, δεν είναι παραμύθια. Γιατί αν είναι, ας αλλάξουμε όνομα καλύτερα.

Πίσω από τη μετρημένη δήλωση των ψηφοφόρων «άντε να τους δούμε και αυτούς», υπήρχε μια τεράστια ελπίδα. «Ρε συ λες να μπορούν να γίνουν όλα αυτά που λένε οι αριστεροί τόσα χρόνια;» Και τα καλά μας δημοσκοπικά ποσοστά από αυτή την ελπίδα τρέφονται. Από την ελπίδα του «αυτοί το παλεύουν».

Με αυτή την τεράστια ελπίδα που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά αναμετριώμαστε. Είναι η ελπίδα για να ζήσουμε μια ζωή όμορφη χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Τόσο απλά. Και αυτή η ελπίδα θέλει πότισμα, για να συνεχίσει να ανθίζει. Και μεις πρέπει να αρχίσουμε να περπατάμε κατα κει που νομίζουμε πως είναι ο δρόμος. Και ας αργήσουμε να φτάσουμε.

Σε αυτό το δρόμο, το να μην κάνουμε πίσω υπογράφοντας ένα τρίτο μνημόνιο και το να μην υπογράψουν οι βουλευτές μας μια τέτοια συμφωνία αν και όταν έρθει, δεν θα έπρεπε να είναι ερώτημα. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο.

Πρώτη φορά αριστερά, όσο χρειάζεται για να μας γράψει η ιστορία. Όχι δεύτερη φορά Πασόκ. Αυτό το λάθος δεν παλεύεται. Καλύτερα τότε να αφήσουμε την ιστορία να κοιμάται.
sfina

Advertisements